έναμμα

ἔναμμα, το (Α)
1. αυτό με το οποίο προσδένουμε κάτι, δεσμός, ιμάντας («τό... ἔναμμα τῆς ἀγκύλης», Πλούτ.)
2. ένδυμα, ιμάτιο, ρούχο, σκέπασμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔναμμα — thing bound neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔναμμ' — ἔναμμα , ἔναμμα thing bound neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.